Κώστα Πατρώνη:

Τα κτίρια του Αγρινίου

      Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη 2 χλμ. ανατολικά του αρχαίου Αγρίνιου, που ήκμασε στους κλασικούς χρόνους και του οποίου σώζονται ίχνη από το τείχος και την αγορά.

      Για πρώτη φορά φαίνεται να οικίστηκε το σύγχρονο Αγρίνιο γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα από Βλάχους που έφερναν τα κοπάδια τους για βοσκή. Σ’ αυτούς οφείλεται πιθανώς και η πρώτη ονομασία του, Βραχώρι (Βλαχοχώρι).

      Πολλές πλούσιες τουρκικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν εκεί μαζί με τις στρατιωτικές δυνάμεις, όπου έχτισαν πολλά διώροφα αλλά και τριώροφα σπίτια-αληθινά φρούρια με μεγάλο όγκο και ισχυρό περιτείχισμα, μοναδικό φαινόμενο στη Στερεά Ελλάδα. Δυστυχώς δεν έχει μείνει κανένα από αυτά τα κτίρια, γιατί το Βραχώρι πυρπολήθηκε από τους ίδιους τους κατοίκους του το 1822 για να μη βρουν κατάλυμα οι Τούρκοι που πλησίαζαν. Τα μόνα απομεινάρια της Τουρκοκρατίας στο Αγρίνιο είναι ο μιναρές και το Ψηλογέφυρο στο Ζαπάντι, λίγο έξω από την πόλη, και το δίτοξο πέτρινο γεφύρι -υδαταγωγός στη συνοικία Συκούλα.

      Η ανάπτυξη της καλλιέργειας του καπνού, η σιδηροδρομική σύνδεσή του με την Πάτρα (επί Χαριλάου Τρικούπη το 1890), η εμφάνιση φιλοπρόοδων εμπόρων και δημάρχων, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της πόλης και τον πλουτισμό της. Χαράχτηκαν δρόμοι και πλατείες, χτίστηκαν αρκετά ωραία νεοκλασικά κτίρια, μεγάλες αποθήκες καπνού, τράπεζες, σχολεία, εκκλησίες.

       Τα περισσότερα σπίτια έμειναν ασοβάτιστα με τη χαρακτηριστική γκρίζα πέτρα από τα νταμάρια της Αγίας Παρασκευής κοντά στην πόλη.

      Το πρώτο σχέδιο πόλεως του 1852, το λεγόμενο Βαυαρικό, δεν εφαρμόστηκε ποτέ- την ίδια τύχη είχε και το σχέδιο που προσέφεραν το 1924 οι γνωστοί καπνοβιομήχανοι αδελφοί Παπαστράτου.

     Έτσι η πόλη αναπτύχθηκε σχετικά άναρχα, με εξαίρεση ορισμένους κεντρικούς άξονες και μερικές πλατείες στο κέντρο.

     Έως τις αρχές του 20ού αιώνα μπορούμε να χωρίσουμε τα αξιόλογα κτίρια της πόλης γενικά σε δύο κατηγορίες:

  • Αυτά που ακολουθούσαν την τοπική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κοινή με μικροδιαφορές για όλη την περιοχή της Στερεής Ελλάδας, με χαρακτηριστικά την καμάρα και το χαγιάτι,

  • και τα νεοκλασικά ή επηρεασμένα από τη δυτική αρχιτεκτονική κτίρια, τα οποία συνήθως ήταν κατοικίες της εύπορης τάξης.

          Χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης κατηγορίας είναι το αρχοντικό Σωχωρίτη, κατασκευής περίπου του 1870, που Βρίσκεται κοντά στην πλατεία Καραπανέικα. Δείγματα της δεύτερης κατηγορίας είναι το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, κατασκευής 1905, η κατοικία Παναγοπούλου στην ομώνυμη πλατεία, και το ωραιότερο όλων το αρχοντικό Φαφούτη - Ξηντάρα (βλ διπλανή φωτογραφία) το οποίο κατεδαφίστηκε μια Κυριακή πρωί του 1992 με τις ευλογίες των τοπικών και κεντρικών αρχών.

           Φυσικά ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες υπήρχε πληθώρα από φτωχικά πέτρινα σπίτια, μονώροφα ή διώροφα, χωρίς ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, αλλά φροντισμένα και καθαρά με τους λαχανόκηπους και τα λουλούδια τους.

           Σε ορισμένα νεοκλασικά υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη αξιόλογες οροφογραφίες και δεν ήταν σπάνιες οι περίτεχνες σιδεριές στα μπαλκόνια ή στα στέγαστρα που στολίζουν κτίρια της εποχής αυτής αλλά και μεταγενέστερα.

           Στην εποχή του Μεσοπολέμου η οικονομική ανάπτυξη, που οφείλεται κυρίως στην επέκταση της καλλιέργειας του καπνού και στην άφιξη των προσφύγων, έδωσε στην πόλη αρκετά μεγάλα και ενδιαφέροντα κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά. Ενδεικτικά αναφέρουμε το επιβλητικό συγκρότημα των καπναποθηκών Παπαστράτου που δεσπόζει στο κέντρο του Αγρίνιου, τα Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια χτισμένα το 1932 σύμφωνα με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος της αρχιτεκτονικής της εποχής εκείνης, τη μεγάλη αποθήκη καπνών Παπαπέτρου του 1923, και in λαχαναγορά της πόλης, έργο ίου γνωστού αρχιτέκτονα Β. Κουρεμένου το 1933. Τα δύο τελευταία κύρια μάλιστα είναι από τα πρώτα του Αγρίνιου στα οποία γίνεται χρήση οπλισμένου σκυροδέματος για την κατασκευή τους.

           Αυτής της εποχής επίσης είναι και το ενδιαφέρον από αρχιτεκτονικής απόψεως διώροφο κτίριο της οδού Παπαστράτου αριθ. 47, του οποίου η πρόσοψη είναι επηρεασμένη από το ρεύμα της art nouveau.

           Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν έφερε τόσες καταστροφές ώστε να αλλοιώσει το πρόσωπο της πόλης. Το κατάφερε όμως 20 χρόνια αργότερα, όπως και σ’ όλη τη χώρα άλλωστε, το σύστημα της αντιπαροχής, σαρώνοντας κυριολεκτικά τα παλτά σπίτια κυρίως του κέντρου της πόλης.

           Σήμερα έχουν μείνει ελάχιστα αξιόλογα κτίρια, τα οποία οφείλουν τη σωτηρία και την αποκατάστασή τους κυρίως σε ιδιωτικό ενδιαφέρον. Κάθε χρόνος που περνά όμως αφήνει και λιγότερα πίσω του.

           Ορισμένα από τα κτίρια αυτά μετά την αγορά και αποκατάστασή τους από κρατικούς φορείς ή το δήμο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μουσεία, γραφεία δημοσίων υπηρεσιών, χώροι πολιτιστικών δραστηριοτήτων κ.ά. ώστε να ενταχθούν φυσιολογικά και να λειτουργήσουν μέσα στον ιστό της πόλης, όχι σαν απολιθώματα του παρελθόντος, αλλά σαν ζωντανά στοιχεία της σύγχρονης ζωής ■