Η ΦΥΛΕΤΙΚΗ ΔΟΜΗ ΤΟΥ "ΕΘΝΟΥΣ ΤΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ"
(Φυλετική δομή του "Εθνους των Αιτωλών" και "Τοπικές Φυλές" Αιτωλίας)

    Εισαγωγικό κείμενο μιας εμπεριστατωμένης μελέτης του δρ Ιωάν. Νερατζή

     Επειδή η μελέτη μας αναφέρεται σε δεδομένα του φυλετικού κράτους των Αιτωλών, σημειώνουμε ότι το φυλετικό κράτος των Αιτωλών δεν το αποτελούσε μόνον η Φυλή των Αιτωλών, ή «Έθνος των Αιτωλών», αλλά συγκεκριμένα το συναπαρτίζουν και άλλες «Τοπικές Φυλές».

Συγκεκριμένα, το «Έθνος των Αιτωλών» (Race) είχε ένα σύστημα κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο περιελάμβανε όλες τις Τοπικές Ομάδες (Tribes), τις οποίες σήμερα οι Ανθρωπολόγοι ονομάζουν με τον όρο «Τοπικές Φυλές».

Η Φυλή (Race), λοιπόν, των Αιτωλών, ή «Έθνος των Αιτωλών», περιλαμβάνει όλες τις «Τοπικές Φυλές» (Tribes) της Αιτωλίας, με κυριότερες -από δυσμάς προς ανατολάς- των Αγραίων, των Απέραντων, των Ευρυτάνων, των Οφιονέων και των Αποδωτών. (Χάρτ. 2). Ο Θουκυδίδης (Γ 94) μνημονεύει ρητά μόνον τις τρεις τελευταίες.

Και αναφέραμε μόνον τις κυριότερες «Τοπικές Φυλές» της Αιτωλίας διότι ο προβληματισμός για τη σύνθεση του «Έθνους των Αιτωλών» μένει ακόμη ανοικτός, όπως επισημαίνει ο Στεργιόπουλος και δέχεται ο Μ. Σακελλαρίου- ο τελευταίος, μάλιστα, αν και αναφέρει, παραδεχόμενος μόνο τον Θουκυδίδη, ως τμήματα -δηλ. «Τοπικές Φυλές»- των Αιτωλών μόνον τους Ευρυτάνες, Αποδωτούς και Οφιονείς, σημειώνει: «Και τα τρία [αυτά] ονόματα [Ευρυτάνες, Αποδωτοί, Οφιονείς] κατάγονται από ονόματα τόπων. Αλλά διάφοροι λόγοι μας δυσκολεύουν να εντοπίσουμε τον σχηματισμό αυτών των τμημάτων και, κατά συνέπεια, να καθορίσου με τις αρχικές σχέσεις ανάμεσα στους Αιτωλούς και στις ομάδες που εμφανίζονται ως τμήματά τους»

Αυτό το «Έθνος των Αιτωλών» (=Race) εξελικτικά απετέλεσε στους Ιστορικούς, πλέον, Χρόνους το Φυλετικό Κράτος των Αιτωλών, ή «Κοινόν των Αιτωλών». Ακόμα και τον Δ' π. X. αι., τα «Κοινά» των Αιτωλών και των Ακαρνάνων είχαν ως μέλη «πόλεις», χωριά και «έθνη», δηλαδή φυλετικές υποδιαιρέσεις. (Χάρτ. 2, 3).

Αρχικά, όμως, φαίνεται πως, όσο το κυρίαρχο γένος και συνακόλουθα η κυρίαρχη «Τοπική Φυλή» των Αιτωλών απλώνει την εξουσία της, προσαρτά τούς τοτεμικούς θεούς των άλλων γενών και συνακόλουθα «Τοπικών Φυλών», και τους αφομοιώνει στο δικό της. Το αρχέγονο βασιλικό τοτέμ των Αιτωλών, και μεθύστερος θεός τους, γίνεται -θα δούμε παρακάτω- ο θεός της φυλής ή της ομοσπονδίας των φυλών, δηλαδή του φυλετικού Κράτους των Αιτωλών ή «Έθνους των Αιτωλών».

Όμως οι θεοί των «Τοπικών Φυλών» της Αιτωλίας δεν αποτίναξαν ποτέ ολοκληρωτικά τα σημάδια της Τοτεμικής καταγωγής τους. Μπορούν ακόμα να σαρκώνονται σε μορφή ζώου, ή φυτού, όπως θα δούμε. Έχουν ακόμα τα ιερά
τους ζώα, ή φυτά που παρουσιάζονται ως παρακόλουθα ή εμβλήματά τους. Γεννιούνται απο ζώα σε θαυμαστές γεννήσεις. Ο θρησκευτικός συμβολισμός διαποτίζεται ακόμα από αναμνήσεις της καταγωγής του θεού από το ζώο.

Γι’ αυτό ακριβώς, είναι προτιμότερο να μιλάμε για επιστέγαση/συμπερίληψη των «Τοπικών Φυλών» κάτω από την κοινή ονομασία «Αιτωλοί» και όχι για φυλετικές υποδιαιρέσεις του «Εθνους των Αιτωλών».

Το φυλετικό αυτό σχήμα μας επιτρέπει να προβούμε στην θεώρηση και ανάπτυξη των φυλετικών ιερουργιών, λατρειών και θεσμών των «Τοπικών Φυλών» της Αιτωλίας, που σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή συναπαρτίζουν το φυλετικό κράτος των Αιτωλών, ή «Έθνος των Αιτωλών», όρος με τον οποίο είναι γνωστοί από την αρχαιότητα ακόμα.

Τους Αιτωλούς τους συναντούμε ήδη στον Όμηρο να κατοικούν νότια από το βουνό Αράκυνθος (ή Ζυγός), ανάμεσα σας εκβολές του Εύηνου ποταμού (Φίδαρη) και τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. (Ομ. Ιλ., Β 638-644). (Χάρτ. 1).

Στο «Νηών Κατάλογο» της Ιλιάδας αναφέρονται ως Αιτωλικές οι πόλεις Πλευρών, Ώλενος, Πυλήνη, Χαλκίς και Καλυδών. Παλαιότατοι μύθοι συνδέονται με την Πλευρώνα, την Καλυδώνα και την Ώλενο, καθώς και με την προσωπικότητα του Οινέα και του Μελεάγρου στην περιοχή.

Αιτωλοί κατοικούν και βόρεια από το βουνό Αράκυνθος (Ζυγός) στη λεκάνη του Αγρίνιου με τις λίμνες Τριχωνίδα και Ύδρα(;). Η «λεκάνη» του Αγρίνιου συνδέεται με τις κοιλάδες των ποταμών Αχελώου, Θεστιου (Ερημίτσα) και Ευήνου. (Χάρτ. 1, 2, 3).

Το ελληνικό φύλο των Αιτωλών είναι οι φορείς των «Μεσοελλαδικών» (2000-1580 π.Χ.) χαρακτηριστικών που διαπιστώνονται αρχαιολογικά στον πολιτισμό του Θερμού Αιτωλίας, κύριο θρησκευτικό κέντρο όλων των Αιτωλών.

Κυρίως Αιτωλία θεωρείται, λοιπόν, η λεκάνη-πεδιάδα του σημερινού Αγρίνιου, βόρεια από τον Αράκυνθο και η παραλιακή ζώνη νότια από τον Αράκυνθο, από τον Αχελώο ως το σημερινό χωριό Κάτω Βασιλική. (Χάρτ. 1, 2, 3).

Από τα ονόματα, τώρα, των «Τοπικών Φυλών» της Αιτωλίας, πλήν των όσων αναφέραμε, γνωρίζουμε, παράλληλα, και αυτά της λεκάνης του Αγρίνιου, όχι όμως και τα ονόματα αυτών της παραλιακής ζώνης Ν. από τον Αράκυνθο, πλήν ίσως των Κουρήτων.

Από αυτά τα ονόματα των «Τοπικών Φυλών» των πεδινών περιοχών της λεκάνης του Αγρίνιου, τη μελέτη μας ενδιαφέρουν οι από τους Αγραίους καταγόμενοι Αγρινιείς/Αγρινιάνες, οικιστές της πόλεως Αγρίνιου, και οι Βουκατιείς, στις δε ορεινές περιοχές της λεκάνης του Αγρίνιου, και ειδικότερα, στο ορεινό τόξο που έχει αρχή στα ΒΔ τα όρη του Βάλτου και την κοιλάδα του Αχελώου, συνεχίζει βόρεια και κάμπτεται ΒΑ-Α καταλήγοντας ΝΑ, συμπεριλαμβάνονται οι «Τοπικές Φυλές» τα ονόματα των οποίων αναφέραμε και προηγουμένως. Δηλαδή: Αγραίοι, Απέραντοι, Ευρυτάνες, Αποδωτοί και Οφιονείς. Των Οφιονέων γνωρίζουμε και δύο υποδιαιρέσεις τους: Τους Καλλιείς και τους Βωμιείς. Γεωγραφικά, αυτές οι ορεινές «Τοπικές Φυλές» κατανέμονται ως εξής (Χάρτ. 2, 3):

Βορειοδυτικά, στην κοιλάδα του μέσου ρού του Αχελώου, και από τις δύο όχθες του ποταμού κατοικούν οι ορεινοί Αγραίοι με κύρια περιοχή τους το ανατολικό μισό του σημερινού Βάλτου Ακαρνανίας και με πιό προωθημένη νότια θέση τους στα πεδινά το αρχαίο Αγρίνιον, (πλησίον και δυτικά του σημερινού) που το είχαν ιδρύσει Α του Αχελώου. Καταλαμβάνουν, δηλαδή και τις δύο όχθες της κοιλάδας του Αχελώου, πιθανότατα από τη σημερινή γέφυρα της Τατάρνας στο βορρά, έως το σημερινό χωριό Καστράκι, ή ίσως λίγο νοτιότερα ως το χωριό Λεπενού, βόρεια της Στράτου. (Χάρτ. 2).

Βόρεια του Απόκουρου κατοικούν οι Απέραντοι και οι Ευρυτάνες. Οι τελευταίοι κατέχουν τις κοιλάδες του Καρπενησιώτη και του Κρίκελου.

Βορειοανατολικά και Ανατολικά κατοικούν οι Οφιονείς με τα μικρότερα τμήματα αυτών τους Βωμιείς στα ΒΑ και τους Καλλιείς στα Α.

Τέλος, στα ΝΑ έχουμε τους Αποδωτούς.

Οφιονείς και Αποδωτοί καταλαμβάνουν τις κοιλάδες του Εύηνου και του Δάφνου, το βουνό Κόρακας (Βαρδούσια) καθώς και τις κοιλάδες του άνω Μόρνου και του Κόκκινου και ως τη Γκιώνα και την Οίτη. (Χάρτ. 2).

Από αυτές τις ορεινές «Τοπικές Φυλές» της Αιτωλίας, τη μελέτη μας ενδιαφέρουν οι Αγραίοι και οι Οφιονείς.

Πάντως η λεκάνη του Αγρίνιου ήταν το φυσικό κέντρο των φυλών που κατοικούσαν στα γύρω βουνά. Εδώ είχαν τα χειμαδιά τους και μερικές μόνιμες εγκαταστάσεις και Ιερά, δηλαδή σημεία συνάντησης και ανταλλαγών (πανηγυριών). Το κυριότερο από αυτά ήταν το Ιερό του Θέρμου.

Αυτές οι «Τοπικές Φυλές» της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, σε όλη την διάρκεια της Προϊστορίας, κυρίως όμως στην Μεσοελλαδική Περίοδο (1900-1580 π.Χ.) και εντεύθεν, είναι οργανωμένες κατά το φυλετικό σύστημα. Οι οργανικές μονάδες αυτής της φυλετικής κοινωνίας είναι: γένος, φρατρία, φυλή. Απαρτίζονταν από ομόαιμους που είχαν ένα κοινό πρόγονο, έτρωγαν από την ίδια χύτρα και ανέπνεαν την ίδιο κνίσα, που προϋποθέτουν κοινή διαμονή. Αλλά από τα κυριότερα διακριτικά γνωρίσματα του γένους ήταν οι κοινές θρησκευτικές τελετές, κοινός τόπος ταφής, η συλλογική εργασία και η κοινοκτημονική αρχή, η οποία όμως  βαθμιαία περιορίζεται. Το γένος έχει τον αρχηγό του, ο οποίος αρχικά εκλέγεται από τα μέλη του γένους. Αργότερα έγινε κληρονομικός, αλλά αναγορευόταν από το ίδιο σώμα. Ο αρχηγός του γένους είναι υπεύθυνος για τη λατρεία του κοινού προγόνου, και τη διατήρηση της αλληλεγγύης του γένους. Ο χώρος που θα κατοικούσε το γένος διαλεγόταν με βάση τη φύση του εδάφους, την προσιτότητα του νερού και τις ανάγκες της άμυνας. Τα μέλη του γένους επιδιώκουν την αυτάρκειά τους. Γι’ αυτόν τον σκοπό καλλιεργούν την κοινή γη, ασχολούνται με την κτηνοτροφία, κατασκευάζουν τον εργαλειακό εξοπλισμό τους και γενικά αντιμετωπίζουν συλλογικά τις επιβιωτικές ανάγκες. Αργότερα και μετά την επικράτηση του καθεστώτος οικογενειακής ιδιοκτησίας, οι «οίκοι» θα έχουν την ίδια επιδίωξη, και η οικονομία τους ανταποκρίνεται στην ετυμολογία της λέξης. Κατά τον Αριστοτέλη {Πολιτικά, 1256 α, 5 κεξ.) κλάδοι της Οικονομικής, που υπάγεται στην «κατά φύσιν κτητική» είναι η θηρευτική, η γεωργία, η κτηνοτροφία, η αλιεία, η ληστεία.

Με την αύξηση του πληθυσμού, άμεση συνέπεια της μόνιμης εγκατάστασης και της προγραμματισμένης τροφοπαραγωγής, πολλά γένη συνενώνονται και συγκροτούν τη φυλή. Επομένως η φυλή είναι μια κοινωνία γενών διαφορετική από μια πολιτική κοινωνία (Μorgan, 3 έκδ. 1963, σ. 65). Ενδιάμεσο συνδετικό κρίκο αποτελούν οι φατρίες. Κατά τον Δικαίαρχο (απόσπ. 9) η συγκρότηση των φρατριών οφείλεται στο ότι απαγορευόταν η ενδογαμία και οι κόρες δίνονταν να παντρευτούν σε άλλο γένος. Συνεπώς οι φρατρίες σχηματίσθηκαν από τη συνένωση γενών με συγγενικούς δεσμούς. Η φυλή έχει τη δική της εδαφική περιοχή. Η περιοχή αυτή περιλαμβάνει την καλλιεργήσιμη γη των γενών, που συγκροτούν τη φυλή τη χέρσα γη, που ανήκει συλλογικά σε όλα τα μέλη της φυλής και τα «τεμένη». Κάθε φυλή έχει τον αρχηγό της, που εκλέγεται από τους άνδρες που είναι ικανοί να φέρουν όπλα και συγκροτούν τη συνέλευση των πολεμιστών. Ανάμεσα στον αρχηγό και τη συνέλευση των πολεμιστών υπάρχει το συμβούλιο της φυλής, που το συγκροτούν οι αρχηγοί των γενών και των φρατριών. Με την αύξηση του πληθυσμού σχηματίζονται νέες φυλές με χωριστή ηγεσία και χωριστό τόπο εγκατάστασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις μια φυλετική ομάδα, που έχει αποσπασθεί από τον αρχικό πυρήνα ενσωματώνει στους κόλπους της μέλη μιάς ή περισσοτέρων φυλών.

Σε άλλες περιπτώσεις μια νέα φυλή προκύπτει από την ένωση τμημάτων περισσοτέρων φυλών.

Ο Προϊστορικός οικισμός του Θέρμου Αιτωλίας που ανάγεται στο τέλος της Μεσοελλαδικής ή στην αρχή της Υστεροελλαδικής Περιόδου (1580-1100 π.Χ.), δείχνει συνοικισμό ανοχύρωτο και κατοικίες με μορφή και διαίρεση μεγάρου. (Σχέδιο 1).

Είναι δηλαδή μακρόστενα οικήματα με τριμερή διαίρεση, αίθουσα, προθάλαμο και κυρίως δωμάτιο και με ελλειψοειδή τη μία πλευρά. (Σχέδιο 1).

Της Υστεροελλαδικής Περιόδου (1580-1100 π.Χ.), ο Όμηρος (Β 639-640) αναφέρει στην Αιτωλία πέντε πόλεις: Πλευρώνα, Ώλενον, Πυλήνην, Χαλκίδα και Καλυδώνα. Τεκμήρια, παράλληλα, για την ύπαρξη πολιτικής δύναμης και στα Αιτωλικά, Ακαρνανικά Μυκηναϊκά Κέντρα αποτελούν τα κυκλώπεια τείχη και οι θολωτοί τάφοι που βρέθηκαν τόσο στο χώρο της Αιτωλίας, όσο και στον χώρο της Ακαρνανίας.

Ο Ιακωβίδης (Ιοτ. Ελλ. Έθν., Α', 265-66) αναφερόμενος στην πολιτική διάρθρωση της Μυκηναϊκής Ελλάδος λέγει: «η χώρα ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα ή πέντε μεγαλύτερα και άλλα τόσα περίπου μικρότερα «ομοσπονδιακά» κράτη αντίστοιχα προς τα μεγάλα ανάκτορα».

Ο «βασιλεύς» στις πινακίδες Γραμμικής Β είναι ο αρχηγός μιας διοικητικής περιφέρειας, του «δάμου». Φαίνεται ότι αρχικά ο δήμος όπως και η κώμη αποτελούσε την εδαφική περιοχή του γένους, γεγονός που για την Αιτωλία ισχύει ακόμα και τον 3ον π.Χ. αι. Αργότερα, βέβαια, όταν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις τόσο για μεγάλα αποθέματα, όσο και για ανάπτυξη εμπορίου και προώθηση εξειδίκευσης, συντελείται ανάμειξη των ομάδων των γενών και εκείνοι που συναπαρτίζουν την κώμη δεν συνδέονται με δεσμούς συγγένειας, αλλά μόνον με κοινά συμφέροντα.

Στο τέλος της Μυκηναϊκής Περιόδου (1580-1100 π.Χ.), η εξασθένηση της κεντρικής εξουσίας και η αραίωση του πληθυσμού, είτε συνεπεία μετανάστευσης προς αναζήτηση καλυτέρων βιοτικών συνθηκών, είτε εξαιτίας στάσεων, συντελούν στην ενδοελλαδική μετακίνηση των Ελληνικών «Τοπικών Φυλών» από τα ορεινά όπου κατοικούσαν, στα πεδινά. Οι πρώτες μετακινήσεις τοποθετούνται το 1125 π.Χ. και με αυτές συμπίπτει το τέλος του Μυκηναϊκού Πολιτισμού και στο χώρο της Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Οι μεγάλες ηγεμονίες κερματίζονται και καταρρέει η οργάνωση και λειτουργία των Μυκηναϊκών Κρατών, που σκιαγραφείται από τις πινακίδες Γραμμικής Β γραφής. Στη μετακίνηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο και συγχρόνως μ’ αυτούς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο και οι Αιτωλοί (Πανσ. V, 3-5. Απολλόδ. 11.8.3) και εγκαταστάθηκαν στην Ήλιδα.

Στην περίοδο, λοιπόν, 1125-800 π.Χ. διαμορφώνονται νέες συνθήκες. Οι κοινότητες που ιδρύονται από τις μετακινούμενες φυλές και εκείνες που επέζησαν από την Μυκηναϊκή εποχή, έχουν φυλετική δομή.20 Αλλά και οι «πόλεις» σχηματίστηκαν, όπου σχηματίστηκαν, από τμήματα φυλών που διασπάστηκαν και αυτονομήθηκαν. Όμως, ο τύπος της «πόλεως-κράτους» δεν επικράτησε σε όλη την έκταση της ηπειρωτικής Ελλάδος. Στη Στερεά οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες, οι Λοκροί, οι Θεσσαλοί διατήρησαν για μακρό διάστημα το φυλετικό σύστημα. Ο Θουκυδίδης (I 5.3) αναφέρει ότι οι Αιτωλοί, οι Ακαρνάνες και οι Οζόλαι Λοκροί και οι γύρω απ’ αυτούς κάτοικοι της Στερεός μέχρι την εποχή του, κατοικούσαν σε κώμες. Μάλιστα, η διάσπαση της συνοχής της φυλής αποτράπηκε με τη δημιουργία «Κοινού» με μέλη τα τμήματα που είχαν αποκτήσει αυτοδιοίκηση. Αυτό συνέβη και με τους Αιτωλούς και Ακαρνάνες. Αυτά τα «Κοινά» διατήρησαν τον αρχικό ομοσπονδιακό χαρακτήρα τους, ακόμα και όταν ορισμένα από τα τμήματα που είχαν αποκτήσει αυτοδιοίκηση εξελίχθηκαν σε πόλεις. Διατήρησαν, συνάμα, τους αρχαϊκούς τρόπους οικονομίας και διαβίωσης και κατοικούσαν σε πολλές κώμες.