ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙΣ:


Η Μάχη της Αμφιλοχίας έχει συγκεντρώσει πολλές αμφισβητήσεις, ιδιαίτερα εκ μέρους των συγγενών των θυμάτων του άμαχου πληθυσμού, αλλά και εκ μέρους εκείνων που αναφέρονται στους άνδρες της χωροφυλακής που αντιτάχτηκαν στην είσοδο των νικητών στην Αμφιλοχία, τους οποίους κατηγορούν για απάνθρωπες αγριότητες.

Δεν υπάρχει ίσως ή δεν έχουμε υπ όψη μας έγκυρη πηγή νηφάλιας καταγραφής των γεγονότων, που να διεκδικεί τη γενική αποδοχή.

 

 

Η μάχη της Αμφιλοχίας (1944) από τη σκοπιά της Χωροφυλακής

Πολιτικές της συνεργασίας και πρακτικές ενοποίησης του «εθνικόφρονος» χώρου

Των Ευαγγέλου Τζούκα (δρ. Κοινωνιολογίας. Πάντειο Πανεπιστήμιο) και Λάμπρου Φλιτούρη, (λέκτορα Ευρωπαϊκής ιστορίας. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)*. 

Τη νύχτα της 12ης προς την 13η Ιουλίου 1944 τα συντάγματα 2/39 και 24ο της VII ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, με την συνεργασία τμημάτων του εφεδρικού ΕΛΑΣ, μιας έφιππης ομάδας, των διμοιριών καταστροφών και διαβιβάσεων και με τη συμμετοχή εθελοντικών ομάδων, επιτέθηκαν στην πόλη της Αμφιλοχίας. Η μάχη που ακολούθησε ως το απόγευμα της 13ης Ιουλίου, μπορεί ανεπιφύλακτα να χαρακτηριστεί ως μια από τις σημαντικότερες ένοπλες συγκρούσεις, ολόκληρης της περιόδου της Αντίστασης. Η «μάχη της Αμφιλοχίας» υπήρξε γεγονός, στο οποίο ενεπλάκησαν όλοι οι παράγοντες που συνέθεταν το εκρηκτικό σκηνικό της εποχής. Από τη μια πλευρά υπήρχαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ, ενώ από την άλλη, δίπλα στο δίπολο της επίσημης εξουσίας δηλαδή στους Γερμανούς και τη Χωροφυλακή, συναντούμε στελέχη του ΕΔΕΣ με σημαντική τοπική επιρροή.

Ο στόχος του παρόντος κεφαλαίου δεν είναι η λεπτομερής ανασύνθεση των γεγονότων της μάχης, πολύ δε περισσότερο η αναζήτηση των αιτιών που οδήγησαν την ηγεσία του ΕΛΑΣ στην οργάνωση και εκτέλεση της συγκεκριμένης επιχείρησης. Δεν θα αναζητηθούν ούτε τα αποτελέσματα που είχε η μάχη στο στρατιωτικό ή στο πολιτικό επίπεδο, ούτε οι άμεσες η έμμεσες συνέπειές της για τους κατοίκους της περιοχής, ούτε θα γίνει προσπάθεια να διερευνηθεί ο αντίκτυπος της σύγκρουσης, στην Ψυχολογία της μιας ή της άλλης αντιμαχόμενης πλευράς. Το κεφάλαιο αυτό επικεντρώνεται στην ανάδειξη του λόγου που αναπτύσσει για τα γεγονότα, ένας από τους πόλους εξουσίας της εποχής, η Χωροφυλακή. Μέσω της ανάλυσης της «Εκθέσεως περί των αποτελεσμάτων της εισβολής των ανταρτών του ΕΛΑΣ εις την Κωμόπολην της Αμφιλοχίας», η οποία συντάχθηκε τον Αύγουστο του 1944 από τον Ταγματάρχη Γεώργιο Τζωρτζάκη, διοικητή της Χωροφυλακής Αγρινίου, και αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο Αρχείο Αλ. Παπαδόπουλου, θα επιχειρηθεί ο ορισμός και η ερμηνεία της ενιαίας εμφάνισης του «εθνικόφρονος χώρου», λίγους μήνες πριν την αποχώρηση των Γερμανών. Στο πλαίσιο, αυτό θα επιχειρηθεί αρχικά να περιγραφούν, εντελώς συνοπτικά, οι τοπικές εξελίξεις που οδήγησαν στη μάχη της Αμφιλοχίας, και στη συνέχεια θα αναλυθεί ο λόγος που αρθρώνει για την περίσταση η Χωροφυλακή.

Το καλοκαίρι του 1944, η κατάσταση στην Ήπειρο και την Αιτωλοακαρνανία είχε μεταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Από τον Οκτώβριο του 1943 ξεκίνησαν έντονες συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ, με σκοπό τη διεύρυνση του ελέγχου τους σε όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές. Οι εμφύλιες συγκρούσεις κράτησαν για τέσσερις περίπου μήνες και οδήγησαν, μετά από συμμαχική διαμεσολάβηση, στην ανακωχή της 4ης Φεβρουαρίου 1944 και στη συμφωνία της Πλάκας (29 Φεβρουαρίου 1944). Οι αντικρουόμενες δυνάμεις, συμφώνησαν να διατηρήσουν τον έλεγχο των περιοχών που κατείχαν ως την ημερομηνία εκείνη και να αποφύγουν τις μεταξύ τους εχθροπραξίες. Ολόκληρη η περιοχή ανατολικά του Αράχθου, τα Τζουμέρκα και ολόκληρη η νότια περιοχή της Πίνδου είχε περιέλθει στον έλεγχο του ΕΛΑΣ, ενώ o ΕΔΕΣ είχε περιοριστεί στη δυτική ηπειρωτική περιοχή. Ως το καλοκαίρι του 1944 οι δύο οργανώσεις προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους και να εκκαθαρίσουν τις περιοχές ελέγχου τους από την ύπαρξη αντίπαλων ένοπλων ομάδων. 

Όσον αφορά την περιοχή της Αμφιλοχίας, αυτή κατά το πρώτο εξάμηνο του 1943 βρισκόταν στα όρια της περιοχής που ήλεγχε ο ΕΔΕΣ, ενώ νοτιότερα είχαν έντονη παρουσία μονάδες του ΕΛΑΣ. Στην περιοχή του Βάλτου είχαν αναπτυχθεί ένοπλες δυνάμεις υπό τον γιατρό Στυλιανό Χούτα, με καταγωγή από την Αμφιλοχία. Οι δυνάμεις των ΕΟΕΑ στην περιοχή του Βάλτου συμμετείχαν σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον των ιταλικών στρατευμάτων, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την μάχη στο Μακρυνόρος εναντίον της Μεραρχίας Brennero (Ιούλιος 1943).  Ο ισχυρός και συγκροτημένος σχηματισμός του Χούτα κλήθηκε όμως να αντιμετωπίσει μεγάλη πίεση από τις δυνάμεις του ΕΛ ΑΣ, οι οποίες επιτέθηκαν στην περιοχή τον Οκτώβριο του 1943. Ο ίδιος ο Χούτας κατέφυγε στις περιοχές ελέγχου του Ζέρβα και έτσι ολόκληρη η περιοχή της Ακαρνανίας πέρασε στην ουσία υπό τον έλεγχο του ΕΛ ΑΣ, με την εξαίρεση των πόλεων και των μεγάλων χωριών της περιοχής, όπου υπήρχαν γερμανικές φρουρές, σταθμοί της Χωροφυλακής αλλά και ένοπλες αντικομμουνιστικές ομάδες.

Στις 25-30 Ιουνίου 1944 οι δυνάμεις του Ζέρβα υποχρέωσαν το 240 Σύνταγμα Σουλίου-Ζαλόγγου του ΕΛΑΣ να διαφύγει προς την Αιτωλοακαρνανία, και έτσι ο ΕΛΑΣ απώλεσε το τελευταίο έρεισμά του στη Δυτική Ήπειρο. Το 240 Σύνταγμα ενώθηκε με το 2/39 Σύνταγμα του Ξηρόμερου. Η ενίσχυση των ΕΛΑΣίτικων δυνάμεων της περιοχής υπήρξε σημαντική, και σύμφωνα με τις ΕΑΜικές αρχές, εξαιρετικά χρήσιμη για την αντιμετώπιση των ένοπλων ομάδων που έδρευαν σε πόλεις και χωριά της περιοχής υπό την ανοχή της Χωροφυλακής και σε συνεργασία με τους Γερμανούς. 

Στις 9-10 Ιουλίου 1944 η VII Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ανέθεσε στα δύο Συντάγματα (2/39 και 24) την οργάνωση και εκτέλεση επιχείρησης με στόχο την κατάληψη της πόλης της Αμφιλοχίας. Την οργάνωση της επίθεσης ανέλαβαν μονάδες της VII Ταξιαρχίας (κατά βάση το 2/39 Σύνταγμα) και μέρος του 24ου Συντάγματος. Ο κύριος όγκος της επίθεσης ανατέθηκε στο 30 Τάγμα με επικεφαλής τον επίλαρχο «Επαμεινώνδα» ή «Νώντα» (Ψευδώνυμο), και με ενίσχυση από έναν λόχο του Ιου Τάγματος υπό τον Γεροπόρο (Στάικο Στάικο). Τα Τάγματα Ιο και 20 ανέλαβαν επιχειρήσεις διασφάλισης σε καίρια σημεία γύρω από την Αμφιλοχία. Ο Ιος λόχος ανέλαβε να επιτεθεί στο γερμανικό φυλάκιο στο Μοναστηράκι, ο 2ος λόχος (υπό τον Γιάννη Ζιώγα) και ο 3ος λόχος (υπό τον Αριστείδη Τσούτση) ανέλαβαν την επιτήρηση και τη ναρκοθέτηση (στη γέφυρα στο Λουτράκι) του δρόμου Βόνιτσας-Αμφιλοχίας, και ο 4ος λόχος, υπό τον Κόκκορη, κατέλαβε υψώματα μεταξύ των χωριών Μαχαλά και Παπαδάτου. Δύο λόχοι του Ιου Τάγματος, με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Κώστα Παπαγεωργίου και καπετάνιο τον Κλεομένη Σταυρόπουλο από το Αγρίνιο, παγίδευσαν τον δρόμο Αγρινίου-Αμφιλοχίας κοντά στη λίμνη Αμβρακία και το χωριό Ρίβιο. Το 20 Τάγμα, με επικεφαλής τον ταγματάρχη Μιαούλη και καπετάνιο τον Μήτσο Παπαγιαννόπουλο, κατέλαβε τη θέση Κρίκελλο και όλο τον δρόμο Αμφιλοχίας-Άρτας για να εμποδίσουν την ενίσχυση των Γερμανών με μονάδες από την Ήπειρο.   Παρόμοια δράση είχε διαταχθεί να αναπτύξει και το 3/40 Σύνταγμα Άρτας της VIII Μεραρχίας, που είχε ανασυγκροτηθεί μετά τη διάλυσή του από δυνάμεις του ΕΔΕΣ το φθινόπωρο του 1943, το οποίο και κατέλαβε θέσεις κοντά στο Μακρυνόρος.

Η επίθεση στην Αμφιλοχία συνοδεύτηκε από την ταυτόχρονη εξουδετέρωση της γερμανικής φρουράς στο Μοναστηράκι και την εξολόθρευση γερμανικής αυτοκινητοπομπής στη γέφυρα στο Λουτράκι. Η μάχη που ξεκίνησε τα μεσάνυχτα της 12ης Ιουλίου 1944, κράτησε ως το απόγευμα της 13ης Ιουλίου. Κατά την επιχείρηση οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ - λίγοι περισσότεροι από 300, σύμφωνα με τις ΕΑΜικές πηγές ή 600 κατά την έκθεση της Χωροφυλακής - εξολόθρευσαν τη γερμανική δύναμη, τους λίγους άνδρες της Χωροφυλακής, καθώς και μέλη του ΕΔΕΣ από την πόλη της Αμφιλοχίας. Είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός των νεκρών Γερμανών και των ανταρτών, καθώς οι διαθέσιμες πηγές δίνουν στοιχεία που απέχουν πολύ μεταξύ τους. ΕΑΜικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των νεκρών Γερμανών σε 180 και των χωροφυλάκων και «συνεργατών» σε 60. Αντίθετα, η έκθεση του Τζωρτζάκη κάνει λόγο για 80 νεκρούς και τραυματίες Γερμανούς και «εθνικιστές». Αναφορικά με τις απώλειες των ΕΛΑΣιτών, ο Μ. Ντούσιας τους υπολογίζει σε 32 νεκρούς και 70 τραυματίες, ενώ ο Τζωρτζάκης σε 200 νεκρούς και 230 τραυματίες. Το βέβαιο είναι ότι από τους επτά χωροφύλακες σκοτώθηκαν οι πέντε, καθώς και η σύζυγος του ενός από αυτούς. Κατά τη διάρκεια της μάχης είναι βέβαιο επίσης ότι σκοτώθηκαν τοπικά στελέχη του ΕΔΕΣ, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος της τοπικής επιτροπής Σπυρίδων Τσιρογιάννης, μέλη των οικογενειών τους, και κάηκαν αρκετές οικίες ΕΔΕΣιτών. 

Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων οι ομάδες του ΕΛΑΣ αποχώρησαν από όλα τα μέρη που είχαν καταλάβει και συμπτύχθηκαν προς το όρος Μπούμιστο στο Ξηρόμερο. Στις 14 Ιουλίου οι γερμανικές δυνάμεις που ήρθαν από το Αγρίνιο, συνοδεία ανδρών της Χωροφυλακής και ένοπλων συνεργατών, εισήλθαν στην Αμφιλοχία και άμεσα, άρχισαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των φίλα προσκείμενων στο ΕΑΜ κατοίκων που είχαν παραμείνει στην πόλη. Συλλήψεις υπόπτων έγιναν και στα γειτονικά παραθαλάσσια χωριά Λουτράκι, Σπάρτο και Μπούκα. Από τις 15 Ιουλίου οι γερμανικές δυνάμεις διεύρυναν τις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις σε ολόκληρο το Ξηρόμερο και προκάλεσαν πολλές καταστροφές, μεταξύ των οποίων και το κάψιμο του χωριού Κομποτή στους πρόποδες των Ακαρνανικών.

Τα ερωτήματα για τους λόγους που οδήγησαν τον ΕΛΑΣ να αναλάβει τη συγκεκριμένη επιχείρηση, για τον ακριβή απολογισμό της μάχης αλλά και για τις συνέπειες της σύγκρουσης είναι εύλογα, αλλά όπως αναφέρθηκε ήδη από την αρχή, δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος κεφαλαίου. Στη συνέχεια θα γίνει προσπάθεια σκιαγράφησης της λογικής και της οπτικής της Χωροφυλακής για τα τεκταινόμενα στη μάχη της Αμφιλοχίας, αλλά κυρίως θα επιχειρηθεί η ανάλυση του λόγου που χρησιμοποιούν τα στελέχη της. Η λογική της Χωροφυλακής, όπως αυτή αναδύεται από μια ανάγνωση του συγκεκριμένου  εγγράφου, εδράζεται στην αντιμετώπιση της βίας του ΕΛΑΣ ως «παράλογης», «ακραίας» και «αδιανόητης». Οι βιαιότητες των ανταρτών, οι δολοφονίες των στελεχών της Χωροφυλακής, η άσκηση βίας εναντίον του άμαχου πληθυσμού, οι πυρπολήσεις, οι δηώσεις και οι καταστροφές από την πλευρά του ΕΛΑΣ, εξιστορούνται με αρκούντως παραστατικό τρόπο, αποτελώντας ήδη από τότε βασικές συνιστώσες της «εθνικόφρονος» εκδοχής γύρω από τη μάχη.

Η μάχη της Αμφιλοχίας, στην αντίληψη αυτή, είχε σαφέστατα αποκλειστικώς εμφυλιακό χαρακτήρα, και η αποτύπωση των βιαιοτήτων των «αναρχικών», προοριζόταν να αντιπαρατεθεί στη «γενναιότητα», με την οποία τους αντιμετώπισαν οι επίσημα εντεταλμένοι αντιπρόσωποι της κρατικής εξουσίας της Ελληνικής Πολιτείας της Αθήνας, της κυβέρνησης δηλαδή του Ιωάννη Ράλλη. Βεβαίως αυτό που προξενεί εντύπωση είναι  η αντιμετώπιση των Γερμανών. οι τελευταίοι είναι αρχικά «ωσεί παρόντες», σχεδόν δεν υπάρχουν στο προσκήνιο. Καθώς όμως η μάχη εξελίσσεται, οι Γερμανοί εμφανίζονται να διεκδικούν μερίδιο στην απόκρουση της επίθεσης των «αναρχικών». ‘Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση:

Απολύτως εξηκριβώθη ότι η σθεναρά και άνευ προηγουμένου αντίστασις των ολιγαρίθμων Γερμανών και των ανδρών Χωροφυλακής, έσωσε την Κωμόπολιν από ομαδικής σφαγής και καταστροφής. Τούτο ανεγνωρίσθη παρά των κατοίκων, οίτινες δι' Επιτροπής μοί εξέφρασαν την ευγνωμοσύνην της Κωμοπόλεως προς τους σωτήρας των Γερμανούς στρατιώτας και το Σώμα της Χωροφυλακής, όπερ σώμα ανακηρύσσει ως Σωτήρα της πόλεως και ευθύς ως συντελεστεί η αποκατάστασις της τάξεως εν Ελλάδι και εις θέσιν τιμής και ευγνωμοσύνης, θα ονομασθή μία εκ των Κεντρικοτέρων οδών της Κωμοπόλεως εις οδόν «ΗΡΩΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ».

Στο σημείο αυτό του εγγράφου, αλλά και στη συνέχεια, οι Γερμανοί αξιολογούνται θετικά από τον συντάκτη της έκθεσης ως «συμπολεμιστές» εναντίον των «αναρχικών» και ως «ελευθερωτές» της ατυχούς κωμοπόλεως:

Τα πέριξ της Πόλεως Γερμανικά Φυλάκια ηγωνίσθησαν μετά παραδειγματικού ηρωισμού και αυτοθυσίας, ουδείς δε Γερμανός εγκατέλειψε την θέσιν του, αλλά πάντες έπεσαν προ του βωμού του καθήκοντος.

Η αξιολόγηση της αντίστασης που προέταξε η Χωροφυλακή στον ΕΛΑΣ από τον συντάκτη του εγγράφου είναι ασφαλώς θετική, γεγονός που δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην απολογητική διάθεση που θα ανέμενε κανείς από ένα γραφειοκρατικού τύπου σημείωμα που απευθύνει ένας υφιστάμενος στους ανωτέρους του. Είναι προφανές ότι ο λόγος αυτός εντάσσεται στη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας, δομικής θα έλεγε κανείς στον συγκεκριμένο χώρο, που αναπαράγει και επιτείνει μια αίσθηση υπεράσπισης του Νόμου και της Τάξης, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτά τα στοιχεία μπορούν να  έχουν το ίδιο περιεχόμενο σε καιρό στρατιωτικής κατοχής του εθνικού εδάφους από ξένες δυνάμεις, στρατιωτικής δικτατορίας, κλπ. Εξέχον στοιχείο της κοσμοθεωρίας που διαμορφώνουν οι χωροφύλακες είναι η δαιμονολογική ταύτιση του αντιπάλου με τον «ληστοσυμμορίτη», τον «εκτός νόμου», το «αγρίμι των βουνών». Κυρίως όμως οι αντίπαλοι είναι οι «αναρχικοί», οι αιώνιοι αρνητές της εξουσίας, η οποία στο φαντασιακό των υποκειμένων είναι νομιμοποιημένη, διαχρονική και υπεριστορική.

Αξίζει εδώ να αντιπαραβάλλει κανείς τις εκτιμήσεις του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, του ίδιου του Άρη Βελουχιώτη, σε ένα απόσπασμα από τον περίφημο λόγο της Λαμίας τον Νοέμβριο του 1944:

όταν ήταν εδώ ο κατακτητής, αυτοί θέλανε τότε την τάξη. Εμείς θέλαμε την αταξία για να κάνουμε ανυπόφορη τη ζωή του κατακτητή. Τώρα αυτοί θέλουνε την αταξία. Μα εμείς θέλουμε την τάξη. 

Βεβαίως η παραπάνω φράση εκφέρεται σε μια διαφορετική  συγκυρία, όταν ήδη έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων και o ΕΛΑ Σ, που θεωρείται εδώ ως φορέας της  Τάξης, ελέγχει σχεδόν το σύνολο της χώρας. Πιθανόν όμως ο λόγος αυτός να αποκαλύπτει πτυχές ενός γενικότερου διακυβεύματος που έχει αναλογίες με τον λόγο που εκφέρει ο αντιπρόσωπος της Χωροφυλακής για τη μάχη της Αμφιλοχίας.

 Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της Κατοχής, και εντείνονται με την πάροδο του χρόνου και τη γενικότερη στροφή του πολέμου εναντίον του Άξονα, έχει να κάνει με το ποιος δικαιούται να είναι φορέας της Τάξης, αλλά και με το συγκεκριμένο και ειδικό περιεχόμενο που λαμβάνει ο όρος ανάλογα με τα διαφορετικά κοινωνικά - και κυρίως πολιτικά - περιβάλλοντα που αναλαμβάνουν να εμφανισθούν ως αποκλειστικοί φορείς της Τάξης αυτής. Στη συγκυρία του καλοκαιριού του 1944, η κατάσταση δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει. Στο πλαίσιο αυτό, η ενατένιση της μάχης ως μιας ακόμη ένδειξης της «κομμουνιστικής ανταρσίας» εναντίον του Κράτους και των θεσμών του είναι απολύτως αναμενόμενο ότι περιέχει και μια πρόβλεψη για το μέλλον, για το τι μέλλει γενέσθαι στο βραχυπρόθεσμο διάστημα, κατά το οποίο όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.

Από την άποψη αυτή, είναι δεδομένο ότι βρισκόμαστε ήδη στις απαρχές της ενοποίησης όλων των αντιλήψεων της μη ΕΑΜΙκής πλευράς, για το τι συνιστά την ύστατη απειλή εναντίον του κοινωνικού status quo. οι εκτιμήσεις του ΕΔΕΣ, και προσωπικά του Ναπολέοντα Ζέρβα, για τη μάχη κινούνται σε παράλληλα μονοπάτια:

Ανήκουστον και φρικιαστικόν έγκλημα συνετελέσθη εις Αμφιλοχίαν. Η σφαγή Καλαβρύτων, η σφαγή Κομμένου, η σφαγή Διστόμου ωχριούν προ της σφαγής της Αμφιλοχίας. 

Οι ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ ΕΔΕΣιτών και χωροφυλάκων, δεν κρίνονται επαρκείς προκειμένου να παραχθεί μια άλλου τύπου ρητορική, η οποία θα απομονώνει ρητά τους κατεξοχήν εκφραστές της Τάξης από αυτούς που, έστω και από συντηρητική σκοπιά, δείχνουν να την αρνούνται (τους ΕΔΕΣίτες αντάρτες).   Βρισκόμαστε εξάλλου πολύ μακριά από το 1942  όταν επιτροπή «προκρίτων» από την Αμφιλοχία προειδοποιούσε τον Ζέρβα, να αποχωρήσει από τα ορεινά του Βάλτου προκειμένου να αποφευχθούν τα αντίποινα εκ μέρους των Ιταλών. 

Στο σημείο αυτό, βέβαια, πρέπει να επισημανθεί ότι και η άλλη πλευρά δεν κάνει σαφείς διακρίσεις στη συγκυρία, ανάμεσα στους «ταγματαλήτες», τους «ραλλικούς», τους χωροφύλακες και τους ΕΔΕΣίτες. Η διαιρετική τομή αρχίζει να παγιώνεται, όχι πάντα με ευθύγραμμο τρόπο, ούτε χωρίς διαφοροποιήσεις και στα δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα, είναι όμως πλέον παραπάνω από εμφανής. Ο λόγος της εθνικοφροσύνης θα εδράζεται στο εξής στην αντιμετώπιση του ΕΑΜ ως του απόλυτου εχθρού, νοούμενου σχεδόν με τους όρους του Carl Schmitt, μιας πολιτικής αντιμετώπισης που θέτει στο επίκεντρο της προβληματικής της τον πραγματικό και ισχύοντα καταμερισμό της πολιτικής ισχύος των δύο αντιτιθέμενων μερών.

Οι δομικές συνιστώσες αυτού του λόγου, εγγράφονται και στη συγκυριακή αντιμετώπιση μιας επίθεσης εναντίον μιας πόλης, που παραμένει προσωρινά αμόλυντη από «την απειλή των βουνών», στα οποία έχει ήδη εγκαθιδρυθεί μια άλλου είδους Τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματικές ή και φανταστικές πράξεις βίας του ΕΛΑΣ, ανατροφοδοτούν τον φόβο των στρωμάτων αυτών, απέναντι σε μια κατάσταση που ενδεχομένως θα αναδειχθεί, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Η μάχη της Αμφιλοχίας, νοούμενη από τη σκοπιά της Χωροφυλακής, εντάσσεται σε αυτή τη λογική και αποτυπώνει με σαφήνεια το είδος του λόγου που κυριάρχησε τουλάχιστον ως το 1974, διαρκώς ανανεωμένου από τις εκάστοτε εξελίξεις στο πεδίο των πολεμικών αναμετρήσεων. Το διαρκές διακύβευμα, τροφοδοτούμενο και από τη λογική του Ψυχρού Πολέμου που σταδιακά παγιώνεται, εμφανίζεται να είναι η παράδοση ή μη της χώρας στους «αναρχικούς», τις δυνάμεις της τυφλής βίας και της «κατάλυσης του κοινωνικού καθεστώτος». Η συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις, το στοιχείο του δωσιλογισμού, υποχωρεί μπροστά στην «ύστατη απειλή», και παρά το γεγονός ότι δεν εξαίρεται, στη συγκεκριμένη τουλάχιστον έκθεση δεν γίνεται καμμία απόπειρα να αποκρυφτεί. 

*Το παραπάνω κείμενο περιέχεται στο βιβλίο «ΚΑΤΟΧΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ – ΕΜΦΥΛΙΟΣ»  των Κωνσταντίνας Μπάδα και Θανάση Σφήκα (εκδόσεις Παρασκήνιο).  

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα...

 

 

 

 

 

 

Η έκθεση του Γεωργίου Τζωρτζάκη

 

ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Γραφείον Δημοσίας Ασφαλείας

Εν Αγρινίω τη 6 Αυγούστου 1944

Αριθ. Πρωτ. 48/202/1γ΄

Προς

Το Υπουργείον Εσωτερικών

Γενικήν Διεύθυνσιν Χωροφυλακής

Διεύθυνσιν Ασφαλείας

Αθήνας

«Εκθεσις περί των αποτελεσμάτων της εισβολής των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. εις την κωμόπολιν Αμφιλοχίας»

Λαμβάνω την τιμήν συνέχειαν ποιούμενος της ταυταρίθμου /1 και από 17-7-44 ομοίας μου, ν’ αναφέρω ότι ο υποφαινόμενος μεταβάς την 13ην λήξαντος μηνός Ιουλίου ε.έ. εις Αμφιλοχίαν, προς ενέργειαν των δεόντων επί των λαβόντων χώραν εκείσε τραγικών γεγονότων, διεπίστωσε τα κάτωθι εξακριβωθέντα εκ της ενεργηθείσης παρ’ αυτού ενόρκου προανακρίσεως.

Τας μεσημβρινάς ώρας 12ης Ιουλίου ε.έ. περιήλθον εις γνώσιν του Διοικητού της Υποδ/σεως Χωροφυλακής Αμφιλοχίας Ανθ/στού Γκότση Δημητρίου πληροφορίαι περί της κατ’ εκείνην την εσπέραν επικειμένης προσβολής της Κωμοπόλεως υπό των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ.

Αι πληροφορίαι ταύται ετέθησαν υπ’ όψει του εκείσε Γερμανικού Φρουραρχείου, πλην δυστυχώς, δεν ελήφθησαν σοβαρώς υπ’ όψει και τούτο διότι κατ’ εκείνας τας ημέρας συνεχώς ετίθεντο εις κυκλοφορίαν τοιαύται φήμαι μη πραγματοποιούμεναι. Πάντως εν μέρει ελήφθησαν μέτρα τινά προληπτικά, τόσον παρά των Γερμανικών Αρχών, όσον και παρά της ολιγαρίθμου δυνάμεως της Υποδ/σεώς μας.

Περί ώραν 24ην της αυτής ως άνω ημέρας, ήρχισον ριπτόμενοι μακρά της Κωμοπόλεως όλμοι, μετ’ ολίγας δε στιγμάς ήρχισαν προσβολήν των φυλακείων Αμφιλοχίας, άτινα κατά το πλείστον εξουδετερώθησαν μετά ολιγόωρον αγώνα.

Μετά ημισείαν ώραν από της πρώτης προσβολής, οι αντάρται ανερχόμενοι εις εξακοσίους και πλέον, εισήλασαν εξ όλων των σημείων εις την Κωμόπολιν, χρησιμοποιούντες Ολμους, Βαρέα και ελαφρά πολυβόλα, αυτόματα όπλα, χειροβομβίδας και κοινόν οπλισμόν και προσέβαλον τα κύρια οικήματα των Γερμανικών Αρχών, μη διατεθόντων πλέον των 150 ανδρών προς άμυναν, το Αστυνομικόν Κατάστημα και τας οικίας των σοβαρών και επικινδύνων δι’ αυτούς Εθνικιστών, Φλώρου, Τσικνιά και Τσιρογιάννη.

Από της 1ης πρωινής ώρας της 13-7-44 ήρχισεν λυσσώδης αγών προ του Γερμανικού Φρουραρχείου, προ της Υποδ/σεως Χωροφυλακής, προ του Τηλεγραφείου και προ των τριών οικιών των ως άνω Εθνικιστών, χρησιμοποιουμένων όλμων, πολυβόλων, χειροβομβίδων κ.λπ. πολεμικών μέσων.

Ο Εθνικιστής και Πρόεδρος της Επιτροπής Ε.Δ.Ε.Σ. Σπυρίδων Τσιρογιάννης ηγωνίσθη επί δύο ώρας, φονεύσας πολλούς αντάρτας και εν τέλει έπεσε διάτριτος εκ σφαιρών, εισελθόντων δε των ανταρτών εις την οικίαν του εφόνευσαν και την υπερογδοηκοντούτιδα Μητέρα του Ελισάβετ, είτα θέσαντες επί των πτωμάτων των βενζίνην απετέφρωσαν ταύτα ομού μετά της οικίας του.

Οι Εθνικισταί αδελφοί Νικολάου Φλώρου μετά των δύο πρώτων εξαδέλφων των και του καταδιωκομένου επίσης εθνικιστού Θεοδώρου Γκενεράλη επί ολόκληρον 10ωρον ηγωνίσθησαν ως ήρωες απασχολήσαντες μεγάλας δυνάμεις ανταρτών, και δώσαντες καιρόν εις τα ολίγιστα τμήματα των Γερμανών και Χωροφυλάκων να οργανωθούν εις άμυνα, πλην εμπρησθείσης της οικίας των και φονευθέντος του γέροντος Δημητρίου Φλώρου, ηναγκάσθησαν αγωνιζόμενοι να απομακρυνθώσι της οικίας και να οχυρωθώσι εις έτερα οικήματα, εις α εξηκολούθησαν την αντίστασιν και μέχρι πέρατος της επιθέσεως.

Ο Εθνικιστής Γεώργιος Τσικνιάς ηγωνίσθη επίσης εκ της οικίας του πατρός του Τηλεμάχου, κατορθώσας να φονεύση και να τραυματίση πολλούς αντάρτας, εν τέλει δε και ούτος εμπρησθείσης της οικίας του κατόρθωσε να περισωθή εις ετέραν τοιαύτην.

Τα πέριξ της πόλεως Γερμανικά φυλάκεια ηγωνίσθησαν μετά παραδειγματικού ηρωισμού και αυτοθυσίας, ουδείς δε Γερμανός εγκατέλειψε την θέσιν του αλλά πάντες έπεσαν προ του βωμού του καθήκοντος.

Την 9ην πρωινήν της ως άνω 13ης Ιουλίου ε.έ. παρέμειναν αγωνιζόμενοι μόνον τα οικήματα του Φρουραρχείου, της Υποδ/σεως Χωροφυλακής και του Τηλεγραφείου.

Προ των οικημάτων τούτων εγράφη ολόκληρος εποποιία. Οι υπέρ περντακόσιοι εντός της κωμοπόλεως αντάρται επετίθεντο με πραγματικήν λύσσαν κατά των καταστημάτων τούτων, χρησιμοποιούντες όλμους, χειροβομβίδας και πολυβόλα, και τούτο διότι ήθελον μετά την εξουδετέρωσιν των αμυνομένων και προ της αφίξεως των ενισχύσεων εξ Αγρινίου, επικρατούντες να συγκεντρώσωσι τους κατοίκους εν τη παραλία και να προβώσιν εις γενικήν σφαγήν των Εθνικιστών. Πλην παρ’ όλας τας προσπαθείας και απωλείας των, δεν κατόρθωσαν τούτο.

Τα εις το Αστυνομικόν Κατάστημα όργανά μας, με επί κεφαλής τον Ανθ/στην Γκότσην Δημήτριον και τους χωροφύλακας Βαζούραν Φώτιον, Βαζούραν Αθανάσιον, Τριανταφυλλάκην Νικόλαον, Μακρυμανωλάκην Ευτύχιον, Αντωνόπουλον Γεώργιον και Μερισιώτην Ιωάννην, ως και την σύζυγον του χωροφύλακος Μακρυμανωλάκη Μαρίαν, ηγωνίσθησαν από της 1ης ώρας της ως άνω 13-7-44 μέχρι της 15ης ώρας της αυτής απεγνωσμένως, τούτων βαλλομένων πανταχόθεν δι’ όλων των πολεμικών μέσων. Δια το Σώμα της χωροφυλακής εγράφη χρυσή σελίς προ του Αστυνομικού Καταστήματος. Υπερδιακόσιοι αιμοχαρείς αναρχικοί επιτίθεντο επί 14 ολοκλήρους ώρας κατά κύματα προ του προμαχώνος τούτου, με αλαλαγμούς και ύβρεις, πλην οι ήρωες τούτοι του σώματός μας δεν επτοήθησαν ούτε υπέκυψαν, αλλά παρέμειναν πιστοί εις το Ιερώτερον των καθηκόντων των, αποκρούσαντες μετά περιφρονήσεως τας προτάσεις των ανταρτών προς παράδοσιν. Η σύζυγος του Χωροφύλακος Μακρυμανωλάκη, ως άλλη Εθνική ηρωίς, ηγωνίζετο εξηκοντίζουσα κατά των αναρχικών χειροβομβίδας συνεχώς.

Εν τέλει εμπρησθέντος του καταστήματος, άπαντες οι άνδρες εξόρμησαν και κατέλαβον νέας θέσεις οχυρωθέντων του Ανθ/στού Γκότση Δημητρίου και χωροφυλάκων Βαζούρα Δημητρίου, Τριανταφυλλάκη Νικολάου, Μακρυμανωλάκη Ευτυχίου και της συζύγου Μακρυμανωλάκη εις τους πέριξ μανδροτοίχους, του χωροφύλακος Αντωνοπούλου Γεωργίου εισελθόντος εντός του Γερμανικού Φρουραρχείου και του Χωροφύλακος Μυρισιώτου Ιωάννου οχυρωθέντος εις έτερον μέρος και υποστηρίξαντος μετά θέρμης την υποχώρησιν των λοιπών συναδέλφων του.

Εκείσε εξηκολούθησε ο απεγνωσμένος αγών των υπερτεντίμων τούτων οργάνων μας μέχρι της 18ης ώρας, καθ’ ην ο εις μετά τον άλλον, και αφού εξήντλησαν τα πυρομαχικά των, έπιπτον υπό την βροχήν των χειροβομβίδων και των πολυβόλων και χωρίς να δεχθή ουδείς την παράδοσίν του εις τα κομμουνιστικά καθάρματα.

Η σύζυγος Μακρυμανωλάκη, φονευθέντος του συζύγου της, έλαβε το όπλον του και εξηκολούθησε τον αγώνα της καίτοι διάτρυτο[ς] εξ σφαιρών, εν τέλει δε υπέκυψεν, εξαντληθέντων των φυσιγγίων, συρθείσα δε υπό των ανάνδρων ανταρτών προ του τιμίου πτώματος του Ανθ/στού Γκότση Δημητρίου και αφού διά τομής της κοιλίας εξήχθη έμβρυόν τι όπερ εκυοφόρη, ετέθη επί του πτώματος του Ανθ/στού αφού πρώτον εισήγαγον οι κτηνώδεις τούτοι απάνθρωποι το πέος του μικρού επί των γεννητικών οργάνων της ηρωίδος. Αι χείρες και η γλώσσα του ως άνω Ανθ/στού απεκόπησαν. Οι οδόντες του εξήχθησαν και απερίφθησαν μακράν. Οι χωροφύλακες κατατεμαχίσθησαν νεκροί και παν μέσον βαρβαρότητος και ανανδρίας εφηρμόσθη επί των ιερών πτωμάτων των ως άνω οργάνων μας.

Ο χωροφύλαξ Αντωνόπουλος εισελθών εις το [Γερμανικόν] Φρουραρχείον εδέχθη ευχαρίστως θυσιαζόμενος να μεταφέρη σπουδαιοτάτης φύσεως εγγράφους πληροφορίας προς τους αγωνιζομένους εν τω Τηλεγραφείω Γερμανούς στρατιώτας και φρούραρχον, διελθών υπό βροχήν σφαιρών ολόκληρον την παραλίαν και βαλόμενος με λύσσαν δι’ όλμων και πολυβόλων των ανταρτών, κατόρθωσεν εν τέλει να σωθή ως εκ θαύματος και να εκτελέση πιστώς την εντολήν ην έλαβεν, προκαλέσας τον θαυμασμόν και την εκτίμησιν Γερμανών Στρατιωτικών και Ελλήνων πολιτών.

Ο χωροφύλαξ Μυρισιώτης Ιωάννης εξηκολούθησε μόνος τον αγώνα του και μέχρι της αφίξεως της Γερμανικής ενισχύσεως, ήτις κατορθώθη να πραγματοποιηθή μόλις την 19.45 ώραν λόγω της αντιστάσεως ην εύρεν καθ’ οδόν, πολεμήσασα εις θέσιν «ΣΑΜΑΡΙ» επί 15 ολοκλήρους ώρας, διασωθείς και ούτος ως εκ θαύματος.

Απολύτως εξηκριβώθη ότι η σθεναρά και άνευ προηγουμένου αντίστασις των ολιγαρίθμων Γερμανών Στρατιωτών και των ανδρών Χωροφυλακής έσωσε την Κωμόπολιν από ομαδικής σφαγής και καταστροφής.

Τούτο ανεγνωρίσθη παρά των κατοίκων, οίτινες δι’ Επιτροπής μοι εξέφρασαν την ευγνωμοσύνην της Κωμοπόλεως προς τους σωτήρας των Γερμανούς στρατιώτας και το Σώμα της Χωροφυλακής, όπερ Σώμα ανακηρύσσει ως Σωτήρα της πόλεως και ευθύς ως συντελεσθή η αποκατάστασις της τάξεως εν Ελλάδι και εις ένδειξιν τιμής και ευγνωμοσύνης θα ονομασθή μία των Κεντρικωτέρων οδών της Κωμοπόλεως εις οδόν «ΗΡΩΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ».

Εν τη κωμοπόλει παρέμειναν οι αντάρται από της 0.30΄ της 13-7-44 και μέχρι της 19.45 αυτής, εις α μέρη δε επεκράτησαν κατέκαυσαν οικήματα και ελεηλάτησαν Καταστήματα Εθνικιστών.

Συγκεκριμένως κατέκαυσαν πλήρως και διηρπάγησαν [sic] αι οικίαι των Εθνικιστών 1) Φλώρου Ιωάννου, 2) Τσιρογιάννη Νικολάου, 3) Φλώρου Δημητρίου, 4) Τσικνιά Τηλεμάχου, 5) Φλώρου Χαριλάου, 6) Δημητρέλου Δημητρίου (Αστυνομικόν Κατάστημα), 7) Γερογιάννη Νικολάου, 8) Στράτου Δημητρίου, 9) Δαλμά Δημητρίου, 10) Καραγιώργου Δημητρίου, 11) Φίλου Δημητρίου, 12) Μπιρμπινιώτου Δήμητρας, 13) Μπιρμπινιώτου Βασιλικής, 14) Κόκκαλη Δημητρίου, 15) Μάνθου Διονυσίου.

Εκ των Εθνικιστών εφονεύθησαν παρά των ιδίων ανταρτών οι 1) Τσιρογιάννης Σπυρίδων του Κων/νου, ετών 51, 2) Τσιρογιάννη Ελισάβετ του Κων/νου, ετών 80, 3) Βλαχογιάννη Ειρήνη του Δημητρίου, ετών 66, 4) Ξεσφίγκης Διονύσιος του Ιωάννη, ετών 18, 5) Κοκορόμπας Απόστολος του Αθανασίου, ετών 42, 6) Μιμιγιάννη Καλλιόπη του Βασιλείου, ετών 42, 7) Τριανταφύλλη Βασιλική του Δημητρίου, ετών 70, 8) Παπαλέξη Ελένη του Γεωργίου, ετών 45, 9) Φλώρος Δημήτριος του Κων/νου, ετών 80, 10) Μαρία σύζυγος Χωροφύλακος Μακρυμανωλάκη Ευτυχίου.

Τα πτώματα των ανωτέρω κατά το πλείστον κατεκρεουργήθησαν.

Ομοίως παρά των ιδίων ανταρτών απήχθησαν εις τα όρη και αγνοείται η τύχη των Εθνικιστών 1) Φλώρου Χαριλάου του Θεοδώρου, 2) Φλώρου Αρετής του Παναγιώτου, 3) Ειρήνης σύζυγος Γεωργίου Βορδώνη Μοιράρχου, 4) Δήμητρας θυγατρός Γεωργίου Βορδώνη Μοιράρχου, 5) Θεοδώρας σύζυγος Σπυρίδωνος Τσιρογιάννη, 6) Αφροδίτης σύζυγος Γεωργίου Τσικνιά, 7) Ευαγγελίας σύζ. Δημητρίου Τσιρογιάννη, 8) Σπυριδούλας θυγατρός Γεωργίου Σαρούλα, άπαντες κάτοικοι Αμφιλοχίας.

Η συζυγος και τα τέκνα του Ανθ/στού Γκότση Δημητρίου διεσώθησαν ως εκ θαύματος, αποκρυβέντα παρά των κατοίκων, πλην η οικία εις ην διέμενεν διηρπάγη εξ ολοκλήρου υπό των ανταρτών.

Το υλικόν και άπαντα τα ιδιωτικά είδη των ανδρών της Υποδ/σεως, φονευθέντων και διασωθέντων, ως και το οίκημα της Υποδιοικήσεως κατεστράφησαν εκ του πυρός εξ ολοκλήρου.

Ηδη δε οι περισωθέντες παραμένωσι μόνον με τα ενδύματα α έφερον προ της πυρπολήσεως του Αστυνομικού καταστήματος.

Εν τέλει πλήρως εξηκριβώθη εκ της ενεργηθείσης ενόρκου προανακρίσως ότι αι απώλειαι των ανταρτών των εντός της πόλεως, εις τους πέριξ λόφους και εις θέσιν «ΣΑΜΑΡΙ» Αμβρακιάς, ένθα αντέταξαν άμυνα καθ’ όλην την ημέραν της 13-7-44 κατά των Γερμανικών τμημάτων προς παρακώλυσιν αυτών του να εισέλθωσιν εις την Κωμόπολιν Αμφιλοχίας, ανέρχονται κατ’ απολύτως εξηκριβωμένας πληροφορίας εις διακοσίους νεκρούς και εις διακοσίους τριάκοντα τραυματίας. Καθημερινώς υποκύπτουν εις τα τραύματά των αντάρται ελλείψει επαρκούς περιθάλψεως. Πλήθος πτωμάτων παραμένουσι άταφα εις τους πέριξ λόφους Αμφιλοχίας, μη κατωρθουμένης της ταφής των εκ λόγων στρατιωτικής φύσεως.

Αι απώλειαι των Γερμανών ομού μετά των ανδρών μας ως και των Εθνικιστών ανέρχονται μόνον εις 80 νεκρούς και τραυματίας.

Επί κεφαλής των επιτιθεμένων ανταρτών ευρίσκοντο οι: 1) Εφ. Επίλαρχος Σκιαδάς Βασίλ., εξ Αγίου Βλασίου Τριχωνίδος (Αρχηγός της Επιχειρήσεως), 2) Μον. Λοχαγός Αυδής Κων/νος εκ Λεπενούς - Βάλτου, 3) Εφ. Λοχαγός Τσούνης Βασιλ. εξ Αμφιλοχίας, 4) Εφ. Λοχαγός Γιαννούλη[ς] εκ Λευκάδος, 5) μον. Ιλαρχος Σούνας Αθανάσιος εκ Στάνου - Βάλτου, 6) μον. Λοχαγός Βασιλείου εκ Λούρου Πρεβέζης, φονευθείς κατά την επίθεσιν, 7) μον. λοχαγός Κατσικογιάννης Σπυρίδων εκ Βονίτσης κ.λπ. οπλαρχηγοί εκ Κατούνης και Αμφιλοχίας καταγόμενοι.

Ο υποφαινόμενος ευθύς ως αφίχθη εν Αμφιλοχία και προς αναπτέρωσιν του ηθικού των κατοίκων, ως και διά να δώση αφ’ ενός μάθημα εις τους αναρχικούς και να αποδώση δικαιοσύνην αφ’ ετέρου εις τους παθόντας, κατέκαυσεν τας οικίας των πρωτοστατησάντων εις τας σφαγάς ανταρτών Τάκη Μπακογιάννη και Αθανασίου Τσικνιά, θα καταστραφώσι δε δι’ ανατινάξεως έτερα δέκα οικηματα ομοίως σοβαρών ανταρτών ευθύς ως θέλει συντελεσθή η μεταφορά εξ αυτών εις έτερα τοιαύτα των εγκατεστημένων Γερμανικών αρχών.

Ομοίως κατέκαυσεν λέμβους αναρχικών και διάφορα οικιακά έπιπλα και σκεύη, επέτυχε δε την καταστροφήν διά βυθίσεως πολλών πλοιαρίων χρησιμοποιουμένων υπό των ανταρτών εις επιχειρήσεις εντός του κόλπου Αμφιλοχίας.

Εν τέλει διά κυκλώσεως, τη βοηθεία των Γερμανικών αρχών, της κωμοπόλεως Αμφιλοχίας και των πέριξ χωρίων Λουτρακίου, Σπάρτου και Μπούκας κατώρθωσε να εκκαθαρίση τα μέρη ταύτα εκ των αναρχικών στοιχείων διά της συλλήψεως των αποδεδειγμένως εις την επίθεσιν λαβόντων μέρος ανταρτών 1) Νιαβή Δημητρίου του Θεοδώρου, 2) Σκορδά Γεωργίου του Παντελεήμονος, 3) Λιαροκάτη Χρήστου του Ιωάννου, 4) Κατσικοχέρη Μάρκου του Ιωάννου, 5) Καρούτσου Χρήστου του Ευαγγέλου, κατοίκων Αμφιλοχίας, και 6) Παύλου Αποστόλου του Χρήστου, κατοίκου Σπάρτου - Βαλτου, οίτινες και παρεδόθησαν μετά των σχετικών στοιχείων ενοχής εις τας Γερμανικάς αρχάς Αγρινίου, διά τα περαιτέρω.

Ομοίως συνελήφθησαν έτεροι κάτοικοι Αμφιλοχίας κρατούμενοι παρ’ημών ως όμηροι, οίτινες ναι μεν δεν έλαβον μέρος εις την επίθεσιν, αλλ’ αποδεδειγμένως ανήκουσιν εις την οργάνωσιν του ΕΑΜ και ενεργούν υπέρ των συμφερόντων ταύτης.

Τελευτών αναφέρω ότι ήτο τοιαύτης σκληρότητος τα μέτρα τα ληφθέντα υφ’ εμού, ώστε και τους αναρχικούς κατεπτόησε και των φυλησύχων κατοίκων Αμφιλοχίας το ηθικόν ανεπτέρωσε και ήδη επανήλθεν η εμπιστοσύνη επί της ισχύος των αρχών μας και οι υπό την ομαδικήν αναχώρησιν διατελούντες πανυκόβλητοι κάτοικοι επανήλθον εις τα ίδια.

Ο Διοικητής της Διοικήσεως

Γεωργ. Τζωρτζάκης

Ταγματάρχης 

Νέα Εποχή © 2006  

Πρώτη σελίδα | Μνήμες | Εικόνες | Αξιοθέατα | Γειτονιές